Εισαγωγή

 

Αυτό το project γεννήθηκε κάτω από περίεργες συνθήκες. Η Σοφία επρόκειτο να μετακομίσει στο Γκέτεμποργκ, και αυτό σήμαινε ότι η συνεργασία μας θα έπρεπε να προσαρμοστεί σε αυτές. Ήταν μια περίοδος ταυτόχρονα θλιβερή αλλά και με έναν αέρα αισιόδοξης ανανέωσης, όπως συνήθως συμβαίνει σε κάποιον που ξεκινά ένα καινούριο και σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή του. Εντελώς φυσικά, το πρώτο πράγμα που θέλαμε να κάνουμε ήταν να συγκεντρώσουμε δεδομένα για αυτή την πόλη που αποτελούσε πλέον τον κοινό μας προορισμό, κατά κάποιον τρόπο τουλάχιστον.

Φυσικά στην αρχή δεν ήξερα τι να περιμένω, και έπρεπε να ξεκινήσουν οι πληροφορίες να μαζεύονται πριν αρχίσω να νιώθω άνετα. Αυτό συνέβη επειδή μπορούσαν ήδη να βρεθούν κάποιες ομοιότητες, όσο κι αν η έρευνα από το internet είναι κυρίως θεωρητική και δε δίνει καθαρή εικόνα. Έπρεπε να γίνει η μετακόμιση και η γνωριμία με τους ανθρώπους εκεί, για να μπουν τα σημαντικά κομμάτια του παζλ στη θέση τους και να διαφανεί ότι κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει εδώ.

Τι μάθαμε λοιπόν για το Γκέτεμποργκ;

Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Σουηδίας, με πληθυσμό περίπου του 1 εκατομμυρίου (μαζί με τα προάστια), με ισχυρό χαρακτήρα εργατικής τάξης, με ιστορικό και ιδιαιτέρως ενεργό λιμάνι, ένας από τους πολύ παλιούς προορισμούς μεταναστών που με τον καιρό εντάχθηκαν πλήρως, έδρα ανταγωνιστικών ομάδων ποδοσφαίρου και χόκεϊ επί πάγου (που από ό,τι μάθαμε δεν απολαμβάνουν κανένα είδος εύνοιας, ποτέ, και όχι τυχαία) που υποστηρίζονται από δυναμικούς πυρήνες φανατικών οπαδών, ένα φημισμένο κινηματογραφικό φεστιβάλ που γίνεται κάθε χρόνο, και έχει σαν πόλη έναν χαρακτήρα πιο χαλαρού και απρόσκοπτου lifestyle, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τον αγχώδη τρόπο ζωής της πολύβουης Στοκχόλμης, την οποία κοροϊδεύουν συχνά, επειδή δεν ξέρουν να τρώνε.

Θεσσαλονικείς, είναι εμφανές που πηγαίνει όλο αυτό έτσι;

Τι είναι στ’ αλήθεια λοιπόν το Γκέτεμποργκ; Μια συμπρωτεύουσα, αυτό είναι κι ας μην το ξέρει ακόμα.

Φυσικά, υπάρχουν πολλά ακόμα να γνωρίσουμε και αυτό θα γίνει με τον καιρό. Ο σκοπός του Götelonica σαν project είναι να  αναδείξει τα σημεία και τους ανθρώπους που δίνουν το στίγμα της κάθε πόλης, να ανακαλύψει ποιοι από αυτούς μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες, καθημερινές δυσκολίες, τις ίδιες ελπίδες και προσδοκίες και μέσω αυτής της διαδικασίας να φανούν οι όποιες ομοιότητες μεταξύ των δύο μητροπόλεων του ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου.

Αυτό είναι το project μας και όλοι είναι ευπρόσδεκτοι να συμμετέχουν. Ιδέες, επισημάνσεις, σχόλια και προτάσεις είναι ιδιαιτέρως καλοδεχούμενα. Κι αν όλο αυτό μας φέρει πιο κοντά με οποιονδήποτε τρόπο, θα αξίζει τον κόπο, έτσι δεν είναι;

Γ.

Advertisements

Introduction

 

The circumstances under this initiative was born, were at the same time sad and hopeful. Sofia was moving to Gothenburg, and our writing partnership would have to adapt. So, the first step was to gather information about our common (in a way) swedish destination.

I wasn’t sure what to expect, but as the intel flooded in, there was a comfortable feeling surrounding this. It would seem that a few similarities where there to be found, but still, it was too early and online research can only give you half the truth. The actual settling in had to happen and getting to know the people there, before the semantics kicked in, and the findings started raising both our eyebrows.

So, what did we have on Gothenburg?

The second largest city of Sweden, with a population of about 1 million (including the suburbs), consisting of a strong and enduring working class, with a historic but also very much active port, a longtime destination for immigrants who have successfully blended in, the home of competitive football and hockey teams with a fiery core of fans, host of a world famous cinematography festival, and a culture of more leisure and relaxing lifestyle, much opposing the stressful and noisy way of the capital, Stockholm.

Thessalonikians, does any of that sound familiar?

Yeah, that’s what I thought…

Of course, there’s much more to explore and acknowledge. The main interest of Gotelonica is to find and point out the modern pillars of each city’s identity, to see which ones share the same problems, difficulties, hopes and expectations and through that process, to make  the similarities clear, anywhere there are to be found.

This is something we do, but also something everyone is invited to join. Ideas, remarks, reminders and proposals are mostly welcome in this initiative. It’s all about bringing people together, isn’t it?

J.

 

 

 

Γιετεμπόρι, Γκέτεμποργκ, Γκόθενμπεργκ, κόντρα στο ρεύμα

screen-shot-2016-09-10-at-17-57-38

Κάποτε εταξίδευσα. Εταξίδευσα για πολλές μέρες στο βόρειο μέρος της αγαπημένης μας Ευρώπης και το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όποιον δεν είναι χίπις τεντυμπόυς και δεν περιμένει από το μέρος που πηγαίνει να χορεύουν οι ντόπιοι ξυπόλητοι στους δρόμους και να του προσφέρουν dragon fruit. Αλλά όχι, τελεία, εδώ το κλίμα είναι διαφορετικό.

Το Göteborg είναι μια φαινομενικά μη κοσμοπολίτικη πόλη. Είναι λιμάνι, είναι βιομηχανική και δεν το κρύβει, δεν έχει κάποια ιδιαίτερα αξιοθέατα με την έννοια που τα αντιλαμβάνεται ο μέσος τουρίστας, έχει όμως παλμό, έχει ξεκάθαρες δονήσεις. Είναι το μόνο μέρος στον κόσμο (από τα άπειρα που έχω πάει – nooo….) που, με το που βγήκα από το αεροδρόμιο, πήρα τηλέφωνο τη μάνα και της είπα “Δε θέλω να φύγω ποτέ από δώ”. Πρέπει όμως για αρχή να εξηγήσω κάτι.

Δεν είμαι γεννημένη τουρίστρια και δεν μου αρέσει να κάνω οτιδήποτε τουριστικό (πέρα από μουσεία και αρχαιότητες)˙ όχι ότι άμα βρεθώ στο χορό δε θα χορέψω, αλλά από το φημισμένο ούμπερ τουριστικό καφέ και περιοχή, θα προτιμήσω να περπατήσω λίγο περισσότερο στα προάστια και στα μέρη που οι “ντόπιοι” συνεχίζουν κανονικά τη ζωή τους και μπορείς να τους παρατηρήσεις. Γι’ αυτό μου άρεσε το Γκέτεμποργκ, γιατί ο άερας του δεν έχει καμία τουριστική φανφάρα, μπορείς να προσποιηθείς -και να πειστείς- με ευκολία ότι μένεις εκεί για τις μέρες που θα πας, και αν θέλεις να δεις πώς ζουν εν προκειμένω οι Σουηδοί, η πόλη αυτή σου το δίνει στο πιάτο. Κοινώς, είσαι ευπρόσδεκτος.

Η πόλη βρίσκεται στη δυτική μεριά της Σουηδίας, βρέχεται από τη Βόρεια Θάλασσα, τη διχοτομεί ο κοντός ποταμός Göta και τη χαρακτηρίζουν η συννεφιά και τα μποφόρια. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Σουηδίας και η πιο βιομηχανική/εργατική. Μπορείς να συναντήσεις από πλακόστρωτους δρόμους με μαγαζάκια και καφέ κάτω από τα χαρακτηριστικά τους σπιτάκια, καθεδρικούς μακριά από τους ορθόδοξους που έχουμε συνηθίσει, πάρκα μέχρι μεγάλες πλατείες, εμπορικούς δρόμους (με τέλεια πράγματα) και βιομηχανικές κατασκευές το σκοπό των οποίων αγνοώ αλλά αισθητικά με αρέζουν, πολύ.

Τετάρτη βράδυ και η πόλη έχει ζωή, έχει νέους, έχει μπύρα, έχει ανεμελιά μακριά από τα νοτίως εγκαθιδρυμένα στερεότυπα. Οι Σουηδοί δεν είναι κρύοι˙ είναι εργατικοί κι εξυπηρετικοί, με κέφι και χαμόγελο χωρίς να είναι χαζοχαρούμνοι και πλαστικοί, ξέρουν να διασκεδάζουν και με υπερβολές και χωρίς αυτές και -σοκ και δέος- ξέρουν πώς να καθίσουν σε ένα καφέ με ένα kanebulle και την παρέα τους και να ξεχάσουν για μια ώρα την υπόλοιπη ζωή τους. Γενικά, ξέρουν να βάζουν όρια, χωρίς αυτό να μεταφράζεται στα -“παθιασμένα” λές εσύ, ακραία και ανώριμα λέω εγώ- ελληνικά αυτιά μας με “στέρηση”. Με αρέζει εμένα αυτό.

Κι αν το κέντρο της πόλης (ή Stad!) ήταν φωτισμένο, ζωντανό κι ανέμελο από τον οδηγό του τραμ μέχρι τον υπάλληλο του Subway, το προάστιο που μέναμε ήταν ήσυχο και βουτηγμένο στο σκανδιναβικό δάσος, 10 περίπου οικοδομικά συγκροτήματα (συμπεριλαμβανομένων και φοιτητικών εστιών) με τα φώτα τους να ανάβουν και να σβήνουν τις δικές τους ώρες, με κανέναν φοιτητή που είναι πάνω από πρόθυμος να σταματήσει το τρέξιμο και να βγάλει τα ακουστικά του για να σε κατατοπίσει σε άπταιστα αγγλικά, να σε ρωτήσει από πού είσαι και να πει με ενθουσιασμό ότι έχει πάει σε παραπάνω ελληνικά νησιά (κατονομάζοντάς τα ένα προς ένα) από όσα έχεις πάει εσύ και φέτος λέει να πάει στην “main city” (την Αθήνα εννοούσε…).

Σκοπίμως και για να μην αρχίσουμε να κλαίμε επιλέγω να μην σχολιάσω το πώς τα πάντα, από το φαγητό στα Mc’s μέχρι τα τρένα, τα λεωφορεία και τα τραμ λειτουργούν τόσο ρολόι, ώστε να μπορείς να σχεδιάζεις το πρόγραμμά σου με ακρίβεια λεπτού.

Κι αν εσένα αυτό το γκρι του ουρανού τους σου βγάζει μούχλα, εμένα μου βγάζει να κάτσω όλο το πρωί σπίτι με τα παντζούρια ορθάνοιχτα και τη γάτα μου στον ΙΚΕΑ καναπέ μου και να κατεβάζω τους καφέδες με τις καφετιέρες και τα kanelbullar και να βλέπω Simpsons στο κρατικό τους κανάλι. Cross fingers.

*Πρώτη δημοσίευση στο rouamat.com, 2014

Gothenburg, against the current

screen-shot-2016-09-10-at-17-57-38

The marvel that is travelling. Recently, I traveled to northern Europe and it is an experience I strongly recommend to anyone, who is over the hippie-ish lifestyle and is not expecting the “barefoot dancing locals offering dragon fruit” experience. This is completely different.

At first sight, Gothenburg is not a cosmopolitan city. It is a harbor, an industrial city and proud of it. You can’t really get a sightseeing tour in the traditional way, but you can feel the vibe. It is the only place in the small percentage of the world that I have travelled, that, as soon as I got off the airport, I called my mother and told her “I never want to leave this place”. But first, I have to explain a few things.

I am not a “tourist” in the traditional sense and I dislike everything that this word connotates – museums and antiquities excluded. I will walk the walk if I have to, but I would not go the world famous cafe in the hyped area; I would much rather walk towards the suburbs where I can observe the locals going on about their everyday lives. And this is why I loved Gothenburg; because the air bears no touristic fanfares. You can fake being a local  -and persuade yourself-, even for the few days that you are there, and if you want to see how Swedes spend their days, Gothenburg is the city that nakedly displays its locals’ everyday lives. In a few words, you are welcome.

The city is on the west side of Sweden, doused by the North Sea, separated by the river Göta, covered by thick clouds and caressed by strong winds. It is Sweden’s second largest city and the most industrial, populated by the old working class. You can walk from the slated narrow streets filled with cafes to the overwhelming cathedrals, from large parks to long squares and commercial streets and finally gaze at the industrial buildings and equipment on the other side of the river – an aesthetic footprint I find a very good fit with mine.

It’s a Wednesday evening and the town is alive, with young people sipping bear, in a carefree way that is very different from the stereotypes constructed by us, southern europeans. Swedes are not cold: they are hardworking and servile, cheered up and with long smiles, without being fake or plastic. They know how to have a good time without destroying everything around them and -oh the horror- they know how to relax in a cafe with a cinnamon bun and good company and forget about the everyday commotion for an hour. In general, they know boundaries well, without meaning that they are deprived of any “passion” as you might call it – or immaturity, as I would.

Contrary to the city center, which was bright, lively and carefree, from the tram driver to the Subway cashier, my accommodation was in a quiet suburb consisting of 10 blocks, surrounded by the Scandinavian forest. The window lights of the student buildings would on and off at odd hours, the jogging student was more than eager to pause his run, take off his earbuds, give directions in perfect English and ask me where I’m from. The responded to my answer by saying that he has been to, and is able to namedrop, more islands that I have and that this year he is going to the “main city”.

Just to skip the part where we all break down and cry, I will deliberately skip the fact that everything, from your McD’s cheeseburger to the trains, trams and busses are  so punctual, that you can plan your day with a minute by minute precision.

Finally, if you look at that grey sky and get somewhat melancholic, I get all sorts of feelings of coziness. I want to stay at home on a Saturday morning, with my drapes open and my cat on my lap on my puffy couch, sip on my hot coffee and nimble on a kanelbulle, and watch The Simpsons on cable tv. Cross your fingers for me.

*First published in rouamat.com, 2014

Καταχώριση #1 – Ο Γιώργος Σκαράκης και η μοντέρνα Οδύσσεια ενός DJ

O Γιώργος Σκαράκης είναι ένας κλασικός εργαζόμενος της μεσαίας τάξης. Μπορεί ως ένα σημείο να έχει αλλάξει η δραματική έννοια του όρου τα τελευταία χρόνια, η ουσία όμως παραμένει. Ένας Αθηναίος που μένει εδώ και χρόνια στη Θεσσαλονίκη και βιοπορίζεται σαν DJ, κλήθηκε να αποτελέσει την πρώτη ιστορία της Gotelonica.

Η ερώτηση ήταν κατά βάση απλή: Πως είναι να είσαι επαγγελματίας DJ στη Θεσσαλονίκη σήμερα; Πως είναι ο κλάδος, οι συνάδελφοι, το κοινό και πως η ίδια η πόλη επηρεάζει όλη αυτή τη ζύμωση;

Η οπτική του είναι ξεκάθαρη, οι αναστολές του τεκμηριωμένες και ο λόγος του ενεργητικός και ζωντανός. Στο βίντεο που ακολουθεί, υπάρχει όλη αυτή η αλήθεια, σε μια γενναία δόση.

Entry #1 – George Skarakis and the modern DJ odyssey

George Skarakis is a working class hero, the kind John Lennon sang about. An Athenian born, currently living in Thessaloniki professional DJ with long experience in the nightlife and the way this business is done in Greece.

The main question in hand was rather simple: What’s it like to live and work as DJ in Thessaloniki today? How does one see the profession, the people in this line of work, the audience and how the city influences this whole endeavor?

His aspect is straightforward, his inhibitions well supported and the narrative lively and natural. You can check this everyday story in the video below.

*click the icon for english subtitles

Θες να γνωρίσεις μια πόλη; Άκου τις ιστορίες των ανθρώπων της

article-great-interviews

Υπάρχουν τουρίστες, υπάρχουν και ταξιδιώτες.

Οι μεν ακολουθούν ξεναγούς και μαθαίνουν αξιοθέατα, οι δε ψάχνουν αληθινές ιστορίες και μαθαίνουν για την πραγματική ζωή ενός μέρους. Στη δική μας περίπτωση, ο εγκυρότερος τρόπος να ανακαλύψουμε την ταυτότητα τόσο της Θεσσαλονίκης, όσο και του Γκέτεμποργκ, είναι μέσα από τις καθημερινές ιστορίες των κατοίκων τους.

Αυτός θα είναι ο οδηγός μας. Οι περιγραφές των ιδίων για τη ζωή τους, οι δυσκολίες και οι ανέσεις, η απασχόληση και η διασκέδασή τους, με μια φράση η οπτική που έχουν εκείνοι για τις ζωές τους. Συνεντεύξεις (γραπτές και σε video), podcasts και φωτογραφίες θα είναι τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε για να αποτυπώσουμε πως ζουν οι άνθρωποι στις πόλεις μας και μέσω της δικής τους αλήθειας, ο πραγματικός χαρακτήρας των μητροπόλεων θα γίνει προφανής.

Πραγματικότητα. Είναι ο νέος τουρισμός…

 

How do you get to know a city? Through the stories of the people

article-great-interviews

If anything, the story of any city is essentially the stories of its people.

What defines the character of either Thessaloniki or Gothenburg, is the everyday life of the residents. Their occupation, their leisure, those things that help them out, or those that give them a hard time. Essentially, their own context of living.

This will be our tour guide. Rather than a travel companion, the means to get to know our two poles will be their own citizens’ words. Video interviews, perhaps podcasts and also written text are going to map out the life of random people and through them, the true soul of the cities will be revealed.

Truth. It’s the new face of tourism…